Πήγα σε δυο συζητήσεις σχετικές με το νερό του Δήμου. Η μια έγινε στο Ξενοδοχείο Ίτανος και η άλλη στην αίθουσα συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου. Την πρώτη προκάλεσε η μείζων αντιπολίτευση και την άλλη η Δημοτική Αρχή.
Η αιτία όλης αυτής της κινητοποίησης ήταν η ποιότητα του νερού. Σε δείγματα νερού που πάρθηκαν για μικροβιολογικό έλεγχο βρέθηκε υψηλός κολοβακτηριακός δείκτης με αποτέλεσμα να γίνει υπερχλωρίωση του νερού που προκάλεσε τη διαμαρτυρία των καταναλωτών.
Αντιπαρέρχομαι το τι συζητήθηκε στις δυο αυτές συνεδριάσεις για να πω δυο λόγια γύρω από τον έλεγχο του νερού, ως πάλαι ποτέ Επόπτης Δημόσιας Υγείας.
Στον τόπο μας, το νερό το παίρνομε είτε από πηγές είτε από γεωτρήσεις. Μπορεί το νερό να ληφθεί και από ποταμούς ή λίμνες. Αυτά είναι τα λεγόμενα επιφανειακά ύδατα, τα οποία χρειάζονται ειδική επεξεργασία για να δοθούν στην κατανάλωση.
Μόνο τα επιφανειακά νερά χλωριώνονται υποχρεωτικά. Τα άλλα, αυτά των πηγών και των γεωτρήσεων, δεν υπόκεινται σε υποχρεωτική χλωρίωση, εκτός κι αν υπάρχουν κάποιοι ειδικοί λόγοι. Μπορεί, λόγω καταστροφής ή βλάβης των δικτύων ύδρευσης, να υπεισέλθουν μέσα σ’ αυτό λύματα και να το μολύνουν. Σε περίπτωση επιδημικής νόσου, ενδείκνυται επίσης η χλωρίωση του νερού. Στα καλά καθούμενα δε συνιστάται χλωρίωση του νερού.