Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2017

Vasileia Anipsitaki: Το δικό μου δάκρυ στην ΑΠΟΥΣΙΑ η δημοσίευση του παρακάτω κειμένου του, που μου είχε κάνει την τιμή να μου εμπιστευτεί.

Φωτογραφία της Vasileia Anipsitaki.
Vasileia Anipsitaki:
Για τον αγαπημένο μας Κωστή ,τον εξαιρετικό διανοητή, τον άνθρωπο, τον φίλο που έφυγε πρόσφατα από κοντά μας....
Το δικό μου δάκρυ στην ΑΠΟΥΣΙΑ η δημοσίευση του παρακάτω κειμένου του, που μου είχε κάνει την τιμή να μου εμπιστευτεί.
ΟΜΙΛΙΑ ΚΩΣΤΗ ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗ 11-2-06
Ευχαριστώ βαθύτατα την ΕΕΕ για την αποψινή εκδήλωση να τιμήσει το έργο μου..
Παράλληλα θέλω να εκφράσω τις ευχαριστίες και την ευγνωμοσύνη μου προς τους μαθητές και τους τέως συνεργάτες μου χωρίς τη συμβολή των οποίων το έργο αυτό θα ήτα αδύνατο να είχε συντελεσθεί.
Πρέπει μάλιστα να τονίσω ότι, καθώς βαίνω προς τη Δύση μου, πιο πολύ ακόμα κι’ από την τιμή που μου γίνεται απόψε θα με συγκινούσε το να ξέρω πως οι μαθητές μου με θυμούνται με ένα μικρό μόνο μέρος της αγάπης, της εκτίμησης και της ευγνωμοσύνης με την οποία τους θυμούμαι εγώ. 
Υπήρξε μια θαυμάσια ομάδα που δημιουργήθηκε και δημιούργησε εκ του μηδενός σε ένα νοσοκομείο που δεν είχε την παραμικρή παράδοση στην Ενδοκρινολογία, το Διαβήτη και τα Μεταβολικά σύνδρομα. Οι Διοικήσεις άλλαζαν, το προσωπικό και οι συνεργάτες της κλινικής άλλαζαν, αλλά η ομάδα σαν να έμενε πάντα η ίδια και αναλλοίωτη με την ίδια πάντα συνοχή και αποτελεσματικότητα. Για μια ακόμη φορά τους εκφράζω την αγάπη και την ευγνωμοσύνη μου για την προσφορά τους και ένα θερμό έπαινο για την ωριμότητα, το ήθος και την αφοσίωση τους.
Η επιλογή του θέματος της αποψινής ομιλίας με απασχόλησε αρκετά. ’Ενας λόγος ήταν ότι καθώς έχουν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια από τότε που σταμάτησα να συμμετέχω ενεργά στις εκδηλώσεις της εταιρείας ήξερα ότι θα βρισκόμουν μπροστά σε ένα ακροατήριο που όχι μόνο θα μου ήταν εν πολλοίς άγνωστο αλλά και που θα του ήμουν άγνωστος.
Ένας άλλος λόγος ήταν η συνειδητοποίηση πως με την αποψινή εκδήλωση κλείνει και τυπικά πλέον ο κύκλος της προσφοράς μου προς την Ελληνική Ενδοκρινολογία.
Για τους λόγους αυτούς αποφάσισα τελικά να δώσω στην αποψινή μου επικοινωνία μαζί σας πιο πολύ τον τόνο της αποχαιρετιστήριας ομιλίας παρά να προβώ σε μια συνηθισμένη επιστημονική διάλεξη.
Πρέπει να ομολογήσω ότι καθόλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας μου ο συνδυασμός της ιδιότητας του ερευνητή με αυτήν του γιατρού δεν μου ήταν ούτε εύκολος ούτε και αρμονικός, κυρίως γιατί η πρώτη απαιτεί φιλοδοξία που εύκολα παρασύρει στον καριερισμό ενώ η δεύτερη απαιτεί φιλευσπλαχνία και αλτρουισμό- αυτό που οι Αγγλοσάξονες αποκαλούν empathy- δυο ιδιότητες που δεν προσφέρονται για αρμονική συγκατοίκηση. Η προσπάθεια μου να τα συγκεράσω υπήρξε αδιάλειπτη και κουραστική αλλά ως ένα βαθμό νομίζω πως τα κατάφερα αν και βρίσκονταν πάντα μέσα μου σε μια κατάσταση λανθάνουσας σύγκρουσης.
Η προσπάθεια μου αυτή ήταν το αποτέλεσμα μιας ενδόμυχης παρόρμησης, θα μπορούσε κανείς να την ονομάσει μια εσωτερική θρησκεία , σε αντίθεση με την εξωτερική, συμβατική θρησκεία που μου είχε μεταδώσει η οικογένεια μου, το σχολείο μου και η εκκλησία. Κι’ αυτό γιατί ήδη από τα μαθητικά μου χρόνια άρχισα να νιώθω τα πρώτα σκιρτήματα αμφιβολίας γι αυτή. Αφορμή γι΄αυτά τα σκιρτήματα υπήρξε η πρώτη μου γνωριμία με το Δαρβίνο μέσω του κλασσικού πια βιβλίου του “The Origins of Species” που βρέθηκε τυχαία, με τα φύλλα του άκοπα ακόμα, στη βιβλιοθήκη του πατέρα ενός συμμαθητή μου που ήταν δάσκαλος. Πιθανότατα ήταν το μοναδικό copy που υπήρχε σε όλη την τότε μικρή μου πόλη.
Λίγα χρόνια αργότερα, η επαφή μου με την ιατρική και την κλινική νευρολογίακι αργότερα με τη νευροβιολογία και με ορισμένα εντυπωσιακά περιστατικά που είδαν το φως της δημοσιότητας, όπως αυτό του Phineas Gage, με έπεισαν ότι αυτό που ονομάζεται ψυχή, το ghost in the machine, κατά τη μνημειώδη έκφραση του Gilbert Ryle, που επί αιώνες είχε ταλανίσει τους φιλοσόφους, δεν αποτελούσε μια χωριστή οντότητα αλλά ήταν απλώς μια λογισμική λειτουργία, μια emergent property του hardware του εγκεφάλου και άρα τόσο θνητή όσο και ο εγκέφαλος. Κατά συνέπεια η αθανασία της ψυχής και η μετά θάνατον ζωή δεν ήταν παρά ένας ευφάνταστος μύθος.
Εξάλλου, η θεωρία της εξέλιξης με είχε ήδη πείσει ότι με τη μετάβαση από τους μονοκύτταρους στους πολυκύτταρους οργανισμούς και την εμφάνιση του sex η αθανασία είχε διοχετευθεί και περιορισθεί στα germinal cells. Με τον τρόπο αυτό ανοίχτηκε ο δρόμος στα σωματικά κύτταρα να διαφοροποιούνται σε διάφορους ιστούς και όργανα , αλλά και να γερνούν και να πεθαίνουν. Στους πολυκύτταρους οργανισμούς, το γήρας και ο θάνατος ήταν αναπόφευκτα. Κατά συνέπεια, όποιος επιθυμούσε διακαώς την αθανασία θα έπρεπε να επιστρέψει στο στάδιο της αμοιβάδας.
Αλλά η θεωρία της εξέλιξης μου έμαθε επίσης ότι είμαστε μεταξύ των τελευταίων επισκεπτών στον πλανήτη μας κι’ ίσως-ίσως σ’ολόκληρο το σύμπαν και οι μόνοι που ξέρομε ότι θα πεθάνομε όχι μόνο ο καθένας από μας σαν άτομο αλλά, τελικά, ίσως κι’ ο άνθρωπος συνολικά σαν είδος: Ούτως ή άλλως, όπως επισήμανε ο Claude Levi Strauss, « o κόσμος άρχισε χωρίς τον άνθρωπο και είναι βέβαιο ότι θα τελειώσει χωρίς αυτόν».
Στα περίπου 4 δισεκατομμύρια χρόνια που διέρρευσαν από την εμφάνιση της πρώτης ζωής στη γη ως τον ερχομό μας έχουν περάσει 5 δισεκατομμύρια είδη από τα οποία σχεδόν τα 99% έχουν εξαφανισθεί. Τα νεοεισερχόμενα είδη δεν επιβιώνουν περισσότερο από τα προηγηθέντα αφού τα είδη δεν βελτιώνονται αλλά απλώς εξελίσσονται μόνο όσο χρειάζεται για να προσαρμοσθούν στις ολοένα μεταβαλλόμενες συνθήκες του περιβάλλοντος τους. Το περιβάλλον αλλάζει με γρήγορους ρυθμούς, τα είδη εξελίσσονται κυνηγώντας να το προλάβουν αλλά σε αναφορά με το περιβάλλον τους βρίσκονται πάντα στο ίδιο σημείο. Η διεργασία αυτή, γνωστή με την ονομασία «Υπόθεση της κόκκινης βασίλισσας» από το βιβλίο του Lewis Carroll “Through the looking Glass” που τρέχει ασταμάτητα αλλά μένει πάντα στο ίδιο σημείο οδηγεί στο εξής παράδοξο: καθώς τα περισσότερα είδη εξαφανίζονται, αδυνατώντας να μεταλλαχθούν με την ταχύτητα που επιβάλλει η αλλαγή του περιβάλλοντος τους, επιτυχία σύμφωνα με τη θεωρία του Δαρβίνου, δεν είναι η εξέλιξη αλλά η στασιμότητα. Όσο πιο απτόητο και ανεπηρέαστο μένει ένα είδος στις αλλαγές του περιβάλλοντος του, όσο λιγότερο χρειάζεται να τρέξει και να εξελιχθεί , όσο πιο λίγες μεταλλάξεις χρειάζεται να υποστεί για να προσαρμόζεται στο περιβάλλον του, τόσο πιο ασφαλές και επιτυχές είναι. Από τη σκοπιά της δαρβίνειας θεωρίας το πιο επιτυχές είδος είναι ο κοιλάκανθος, ένα οστεώδες ψάρι που έχει μείνει αναλλοίωτο εδώ και 350 εκατομμύρια χρόνια. O άνθρωπος είναι το μόνο είδος στην ιστορία του πλανήτη που, στον ατελεύτητο αυτό αγώνα δρόμου έχει ξεπεράσει το περιβάλλον του και σήμερα, με την τεχνολογία του, επιχειρεί να το υποτάξει και να το δαμάσει αποσοβώντας έτσι την τύχη που η εξέλιξη επιφύλαξε στο πλήθος των ειδών που προηγήθηκαν. Θα τα καταφέρει; Εγώ προσωπικά δεν θα στοιχημάτιζα. Το πιθανότερο είναι, χάρη στην τεχνολογία μας, να εξαφανισθούμε μια ώρα αρχύτερα.
Το ότι αποτελούμε τον τελευταίο κρίκο μιας μακράς γενεαλογίας που ξεκινά από την αμοιβάδα και τους μονοκύτταρους οργανισμούς ενισχύεται από το γεγονός ότι διαθέτομε έναν κοινό γενετικό κώδικα με όλο το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο μεταξύ ενός αστρονομικού αριθμού δυνατών κωδίκων (1070 ). Ο πλησιέστερος συγγενής μας, ο χιμπαντζής έχει κοινό με μας το 98% του γονιδιώματος μας κι όμως οι μεταξύ μας διαφορές είναι τεράστιες πράγμα που οφείλεται στο γεγονός πως ένας σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό του γονιδιώματος εκφράζεται στον εγκέφαλο του ανθρώπου απ’ ότι στο χιμπαντζή.
‘Όσο σημαντικές όμως κι αν είναι οι διαφορές μας αυτές θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν απλώς ως ποσοτικές σε αντίθεση με μια και μοναδική ποιοτική διαφορά που μας διαφοροποιεί απ’ όλο το ζωικό βασίλειο. Κι’ αυτή είναι η ανάπτυξη της συνείδησης ή μάλλον της «αυτό-συνειδησίας» αυτό που οι αγγλοσάξονες ονομάζουν self-awareness.
Από την εξελικτική σκοπιά η ανάπτυξη της συνείδησης αποτελεί μιαν ιστορική ανωμαλία. Δεν υπάρχει κανείς λόγος, καμιά ανάγκη και καμιά εξελικτική πίεση που να μας υποχρεώνει να γίνομε ενσυνείδητα όντα. Δεν υπάρχει καμιά βιολογική διεργασία όσο πολύπλοκη ή σύνθετη κι αν είναι που να μην μπορεί να συντελεσθεί με ασυνείδητους μηχανισμούς. Και αυτή ακόμη η ανάπτυξη του εγκεφάλου του ανθρώπινου εμβρύου και βρέφους που γίνεται με αστρονομική ταχύτητα, με την απόκτηση χιλιάδων συνάψεων καθημερινά, γίνεται ασυνειδήτως. Κι αν, κατά τη Δαρβίνεια θεωρία, η φύση δεν μας δίνει τίποτα παραπάνω από ότι είναι απαραίτητο για την επιβίωση μας, ο εγκέφαλος θα έπρεπε να είναι ένα όργανο που να στοχεύει όχι στην αυτοεξέταση και την αυτοανάλυση του κατόχου του αλλά στην απλή επιβίωση του.
Γιατί επομένως έχομε συνείδηση?
Το ερώτημα , παρά τις τεράστιες προόδους που έχουν συντελεστεί- ιδιαίτερα από τον εξελικτικό βιολόγο και νομπελίστα Gerald Edelman, εξακολουθεί να είναι αναπάντητο, και η παρουσία της συνείδησης παραμένει το δυσκολότερο αίνιγμα και το μεγαλύτερο μυστήριο της εξελικτικής βιολογίας. Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να υιοθετήσει το επιχείρημα του Raymond Tallis ότι η ανάπτυξη της συνείδησης αποτελεί πιο πολύ ένα handicap παρά ένα πλεονέκτημα.
Κι αυτό γιατί, μπορεί να συνειδητοποιούμε την ευτυχία, τον έρωτα, να στοχαζόμαστε μπρος την ομορφιά της φύσης, να δημιουργούμε και να απολαμβάνομε τις τέχνες αλλά καθώς, η δυστυχία, ο πόνος και οι τραγωδίες πλεονάζουν, γινόμαστε το μεταφυσικό ζώο που θέτει ερωτήματα για το νόημα της ύπαρξης και τον προορισμό της ζωής -αυτό που ο Schopenhauer αποκάλεσε «Das Kranke Tier»- το άρρωστο ζώο.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη κατάρα της συνείδησης είναι ότι το άρρωστο ζώο συνειδητοποιεί πλέον την φθαρτότητα του. Ξέρει πως θα πεθάνει- και η συνειδητοποίηση του θανάτου του το τρομάζει πράγμα που συνδέεται άμεσα , με ένα άλλο υποπροϊόν της συνείδησης, τη θρησκεία.
Θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος ότι και η θρησκεία, όπως και η συνείδηση, αποτελεί ένα εξελικτικό ολίσθημα, μια εξελικτική γκάφα. Είναι πολυδάπανη, θυσιάζει ζωές, αφαιρεί πολύτιμο χρόνο για προσευχές, προσκυνήματα και διάφορες ιεροτελεστίες και κατευθύνει τεράστια κοινωνικά αποθέματα ενέργειας, νοητικής και συναισθηματικής προς εξωπραγματικά, αντι-διαισθητικά και άλογα δόγματα και πίστεις. Προς τι όλα αυτά, και σε τι τελικά χρησιμεύει η θρησκεία;
Ο Freud, στο βιβλίο του «das futur einer illusion”, θεώρησε τη θρησκεία σαν μια καθαρή αυταπάτη ενός φοβισμένου παιδιού, όπως πίστευε πως είναι ο άνθρωπος στην παρούσα φάση του, κι από την οποία ίσως θα απαλλασσόταν κάποια μέρα με την ενηλικίωση του. Για τον Marx, η θρησκεία ήταν το «όπιο των λαών» από την οποία θα απαλλασσόταν όταν θα ανατρέπονταν η “οπιοδότρια’ μπουρζουαζία. Για τους εγκυκλοπαιδιστές του 18ου αιώνα και τους φιλοσόφους του διαφωτισμού η θρησκεία θα εξέλιπε καθώς η ανθρώπινη άγνοια θα υποχωρούσε σταδιακά μπρος στη γνώση που δημιουργούσε η καλπάζουσα επιστήμη.
Τίποτα απ’ αυτά δεν συνέβη κι ούτε και φαίνεται πως θα συμβεί. Παρόλες τις προβλέψεις και τις προφητείες, η θρησκεία δείχνει μια ατσάλινη επιμονή και ανθεκτικότητα και μια απόλυτη επιβολή και κυριαρχία πάνω στην ανθρώπινη ψυχή- σε τέτοιο βαθμό που πολλοί να τη θεωρούν ως μια «κληρονομική νόσο».
Πριν λίγα χρόνια, ο Dean Hammer από το NIH, ο ίδιος ερευνητής που μόλις λίγο πριν είχε ισχυρισθεί ότι είχε ανακαλύψει το γονίδιο της ομοφυλοφιλίας “the gay gene”, ανήγγειλε ότι ανακάλυψε «το γονίδιο του θεού» «the god gene» αυτή τη φορά, γνωστό στους γενετιστές ως VMAT2 που σχετίζεται με τη σύνθεση μιας πρωτεΐνης που συσκευάζει όλες τις μονοαμίνες του εγκεφάλου σε ένα εκκριτικό vesicle. Στους θρήσκους και στους μύστες, ισχυρίζεται ο Hammer, υπάρχει μια μετάλλαξη όπου η μια ή και οι δυο αδενίνες μιας βάσης του DNA του γονιδίου έχουν αντικατασταθεί από κυτοσίνη (C αντί A). Τελικά ο ισχυρισμός, όπως κι’ αυτός για το «gay gene» απέτυχε να επιβεβαιωθεί.
Η βασική αλήθεια φυσικά είναι ότι κληρονομούμε τη θρησκεία των γονέων μας που δεν είναι άλλη από τη θρησκεία που μας επιβάλλει η κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε κι’ αυτό ισχύει και για τις κάπου διακόσιες χιλιάδες θρησκείες και θρησκευτικές cults που υπάρχουν σήμερα στον κόσμο.
Το πρόβλημα είναι τόσο πολύπλοκο και λαβυρινθώδες που θα χρειασθεί να χρησιμοποιήσομε ένα-κάποιο μίτο της Αριάδνης για να αρχίσουμε την εξερεύνηση μας. Και αυτό θα προσπαθήσω να κάμω τώρα.
Υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι νεκρώσιμες ιεροτελεστίες που συνοδεύονταν από την ταυτόχρονη ταφή μαζί με το θανόντα, τροφίμων και διάφορων τιμαλφών και χρειωδών αντικειμένων τελούνταν από την εποχή των Neanderthal ή ακόμα και παλιότερα εδώ και τουλάχιστον 50 χιλιάδες χρόνια. ‘Εκτοτε με διάφορες παραλλαγές οι νεκρώσιμες αυτές ιεροτελεστίες συνεχίστηκαν και συνεχίζονται ακόμη και σήμερα σε όλα τα πλάτη και μήκη της γης. Αυτό αποδεικνύει μια ενστικτώδη και πανάρχαια άρνηση του ανθρώπου να δεχθεί το θάνατο ως το οριστικό και αμετάκλητο τέλος της ζωής του. Κι’ αυτό παρά το φρικαλέο θέαμα της αποσύνθεσης που αντικρίζει κατά την εκταφή των νεκρών του. Απεναντίας θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι αυτό ακριβώς το θέαμα αυξάνει τον φόβο του θανάτου και ενισχύει την άρνηση οδηγώντας τον στην πίστη της αιώνιας ζωής.
Αρνούμενος να αντιμετωπίσει την προσωρινότητα και ματαιότητα της ζωής του, αποστρέφοντας το πρόσωπο του από την άβυσσο της βιολογίας του, δημιουργεί το μύθο του θεού. Ο θεός , με άλλα λόγια είναι δημιούργημα του ανθρώπου και όχι ο άνθρωπος δημιούργημα του Θεού. Όπως υποστηρίζει ο Καστοριάδης, «Ο θεός είναι το υλοποιημένο ομοίωμα, το θεσπισμένο είδωλο της Αβύσσου… Και, από την άποψη αυτή, όλες οι θρησκείες είναι ειδωλολατρία. Επιπλέον, μόνον ως ειδωλολατρία μπορεί μια θρησκεία να γίνει μαζικά αποδεκτή και κοινωνικά αποτελεσματική. Ο μύστης ή ο στοχαστής που έχει το θάρρος να αντικρύσει την άβυσσο αποτελεί ένα κοινωνικά αδιάφορο φαινόμενο εκτός αν ο ίδιος ειδωλοποιηθεί- όπως συνέβη με τον Βούδα. Κατά συνέπεια, αποτελεσματική «μυστικιστική» θρησκεία δεν υπάρχει ή όπου υπήρξε ή υπάρχει –όπως ο γνωστικισμός, ή ο σουφισμός- η κοινωνική της απήχηση είναι αμελητέα.
Δίπλα στο ρόλο της να απαλύνει τον τρόμο του βιολογικού θανάτου υπάρχουν και διάφορες δευτερεύουσες λειτουργίες που επιτελεί η θρησκεία και που θα τις σχολιάσω απλώς επιγραμματικά. Μια απ’ αυτές σχετίζεται με τη σύσφιξη και συσπείρωση που δημιουργεί ανάμεσα στα μέλη μιας ομοειδούς ομάδας, αυτό που ο Mat Ridley αποκαλεί groupishness, Ωστόσο, η συσπείρωση αυτή δημιουργεί τον αποκλεισμό και την εχθρότητα προς τις αλλότριες, «αλλόθρησκες» ομάδες και οι συνέπειες αυτής της εχθρότητας, όπως μας θυμίζει η αγριότητα των θρησκευτικών πολέμων πού μαίνονται ακόμα και σήμερα, υπήρξαν ιστορικά ολέθριες.
‘Εχει υποστηριχθεί επίσης κατά κόρον , όχι μόνο από την εκκλησία αλλά και από πολλούς στοχαστές και φιλοσόφους ότι η θρησκεία αποτελεί τη βάση της ηθικής που διέπει μια κοινωνία και ο Dostoevsky είχε πει το περίφημο: « Αν δεν υπάρχει θεός, τα πάντα επιτρέπονται» Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο αβάσιμο από τον ισχυρισμό αυτό. Γιατί, ο άνθρωπος από την προϊστορική εποχή ζούσε σε ομάδες οι οποίες αυτομάτως επέβαλλαν κανόνες ομαδικής και ηθικής συμπεριφοράς που, τελικά, έφθασαν επιγενετικά ως τον σημερινό άνθρωπο. O άνθρωπος, ως εκ της ιστορίας του, είναι ένα κοινωνικό όν, ένας “natural cooperator” και, κατά το βιολόγο Robert Wright ένα “ moral animal”. Η θρησκευτική ηθική είναι απλώς , «παρασιτική». Η θρησκεία χρησιμοποιεί, εκμεταλλεύεται, παρασιτεί μια φυσική, ηθική προδιάθεση του ανθρώπου που θα υπήρχε ούτως ή άλλως με ή χωρίς θρησκεία. Εξάλλου, η ηθική που διδάσκει η θρησκεία βρίθει αντιφάσεων. Για παράδειγμα, ο Θεός που παρέδωσε στον Μωυσή την εντολή «Ου φονεύσεις», στο εικοστό κεφάλαιο του Δευτερονόμιου εντέλλεται τον περιούσιο λαό του τα εξής: « Όταν πλησιάσης εις πόλιν δια να εκπολεμήσης αυτήν… και αφού Κύριος ο Θεός σου παραδώσει αυτήν εις τας χείρας σου, θέλεις πατάξει πάντα τα αρσενικά αυτής εν στόματι μαχαίρας. Τας δε γυναίκας και τα βρέφη και τα κτήνη και πάντα όσα ευρίσκονται εν τη πόλει, πάντα τα λάφυρα αυτής, θέλεις λάβει εις σεαυτόν. Και θέλεις τρώγει τα λάφυρα των εχθρών σου, όσα Κύριος ο Θεός σου έδωκεν εις σε», και λίγο πιο κάτω¨: « Εκ των πόλεων όμως των λαών.. τας οποίας Κύριος ο Θεός δίδει εις σε κληρονομίαν, δεν θέλεις αφήσει ζων ουδέν έχον πνοήν αλλά θέλεις εξολοθρεύσει αυτούς κατά κράτος.»
Αλλά ακόμη μεγαλύτερη αντίφαση αποτελεί το γεγονός ότι, σύμφωνα με το σύμβολο της πίστης μας, ο ευγενής και φιλεύσπλαχνος Ναζωραίος Ιησούς, είναι ομοούσιος μ’ αυτόν τον πολεμοχαρή, σαδιστικό πατέρα Θεό που ακόμα και σήμερα βρίσκεται σε θανάσιμη σύγκρουση με τον αυτάδελφο του Αλλάχ δια του επί της γης αντιπροσώπου του, ονόματι George W. Bush, ενός παρανοϊκού simpleton που διατείνεται ότι παίρνει απευθείας εντολές από το Θεό.
Η ομιλία μου αυτή δεν θα ήθελα και δεν θα έπρεπε να εκλειφθεί σαν μια πολεμική ή ακόμα και σαν κριτική πάνω στη θρησκεία. Απεναντίας θεωρώ τον εαυτό μου έναν homo Religiosus, αλλά με μια θρησκευτικότητα εσωτερική, που ακολουθεί μια μακρά και ευγενή παράδοση που εκτείνεται, για να αναφέρω μόνο ελάχιστους, από τον Βούδα, ως τον Spinoza, τον Schopenhauer, τον Camus, τον Wittgenstein, τον Schweitser, τον Samuel Becket, τον ΙIngmar Berman κι’ ακόμη ως τους δικούς μας τον Καζαντζάκη, Βάρναλη και πολούς άλλους. Oλοι αυτοί, ανκαι βασικά άθεοι, χαρακτηρίζονταν από ένα βαθύ θρησκευτικό αίσθημα, αυτό που ο Freud αποκαλούσε «ωκεάνειο αίσθημα» και που οδήγησε τον Novalis να πει για τον άθεο Spinoza ότι ήταν μεθυσμένος από τον θεό.
Τουναντίον, στόχος της ομιλίας μου είναι, ως βιολόγος απευθυνόμενος σε συναδέλφους βιολόγους, να περιγράψω τον άνθρωπο μέσα στο αληθινό του τοπίο, σαν ένα είδος του ζωικού βασιλείου στο οποίο ανήκει και σαν το προϊόν μιας μακράς Δαρβίνειας εξελικτικής διεργασίας και όχι σαν ένα ξεχωριστό δημιούργημα που ο Θεός έπλασε κατ’εικόνα και ομοίωση του. Οι δύο αυτές θεωρήσεις, όπως αποδεικνύει ο Daniel Dennett στο βιβλίο του «Darwin’s Dangerous Idea», είναι παντελώς ασύμβατες μεταξύ τους και η συνύπαρξη τους στον ίδιον άνθρωπο αποτελεί ένα διανοητικό «τρίκ» και μια υπαρξιακή απάτη. Δυστυχώς, όπως συμβαίνει με τόσα άλλα διλήμματα στη ζωή , δεν μπορεί κανείς να έχει και την πίτα ολάκερη και το σκύλο χορτάτο.
Θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς: Αλλά αν η πίστη δρα σαν βάλσαμο στην ανθρώπινη ψυχή, σαν ένα είδος placebo effect, αυξάνοντας πιθανώς τις ενδορφίνες και μετριάζοντας τον ανθρώπινο φόβο και πόνο γιατί να μην την δεχθούμε και να την υιοθετήσομε έστω κι’ αν είναι επιστημονικά αβάσιμη;
Την εκδοχή αυτή, εγώ προσωπικά, την έχω απορρίψει, θεωρώντας το τίμημα για το βάλσαμο της θρησκείας πολύ υψηλο, για τρεις κυρίως λόγους:
Ο ένας είναι ιστορικός και μας παραπέμπει στην αποτυχία της θρησκείας εδώ και δυο χιλιετίες να δράσει εκπολιτιστικά- καθώς και στα εγκλήματα, τις εκατόμβες και τις φρικαλεότητες που έχουν τελεσθεί και εξακολουθούν να τελούνται, ακόμη και σήμερα, εν ονόματι της θρησκείας .
Ο δεύτερος λόγος είναι υπαρξιακός και αφορά στο χρέος μας να αντιμετωπίσομε τη ζωή γι’ αυτό που είναι, με θάρρος και εντιμότητα κι’ όχι οχυρωμένοι πίσω από ένα ψέμα και μια αυταπάτη, μια στάση που αποδίδεται μεταφορικά στο αριστουργηματικό ποίημα του Καβάφη «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον».
Τέλος, ο τρίτος λόγος είναι αισθητικός και σχετίζεται με το πόσο πλουσιότερους και πληρέστερους, όχι μόνο γνωστικά αλλά και αισθητικά, μας καθιστά αυτό που η βιολόγος Ursula Goodenough περιγράφει ως τα «ιερά βάθη της φύσης»: Την απίστευτη πολυπλοκότητα και μαγεία της ζωής- αλλά και την αγριότητα της πάλης για τη ζωή- όπως αναδύονται μέσα από το έπος της εξέλιξης, σε σύγκριση με την εφησυχαστική, αφελή και διανοητικά νωθρή εξήγηση ότι ‘έτσι τα έφτιαξε ο Θεός’ ή, σύμφωνα με την τελευταία εκδοχή, «ο ευφυής σχεδιαστής».
Υπάρχει ένα ρητό του Ηράκλειτου που έχει σαγηνεύσει πολλούς από τους νεώτερους φιλοσόφους από τον Nietzsche ως τον Salinas και τον Heidegger: «Αιών παις εστί πεσσεύων. Παιδός η βασιλίη». Ο Αιών, ο Χρόνος, είναι ένα παιδί που παίζει ζάρια. Η βασιλεία ανήκει στο παιδί- στο χρόνο. Για τον Ηράκλειτο, όλα είναι ένα παιγνίδι, το ρίξιμο του ζαριού: Δεν υπάρχει νόημα, λογικό ή τελεολογικό για τη δημιουργία του κόσμου και ο Nietzsche μας καλεί να ατενίσομε το σκηνικό του παιγνιδιού με στοχαστική απόλαυση χωρίς να το εκχυδαΐζουμε μολύνοντας το με την ιδέα ότι αποβλέπει σε κάποιο τελικό σκοπό.
Αλλά μέσα σ’αυτό το σκηνικό του άσκοπου, κοσμικού παιγνιδιού, η απάντηση στο πανάρχαιο ερώτημα «πως πρέπει να ζήσει κανείς» γίνεται ιδιαίτερα προβληματική.
Πρώτος ο Αριστοτέλης στα «Ηθικά Νικομάχεια» έθεσε το ερώτημα αν είναι το ίδιο να είσαι καλός άνθρωπος ή καλός πολίτης αλλά απέφυγε να το απαντήσει. To ίδιο ερώτημα επανήλθε πολύ αργότερα σε διαφορετική μορφή: Με τον Kant να υποστηρίζει ότι η προσφορά στους συνανθρώπους μας και η συμπαράσταση στη δυστυχία του άλλου έχει μεγαλύτερη ηθική αξία όταν γίνεται από καθήκον- δηλ. από τον καλό πολίτη, και με τον Schopenhauer να διατείνεται ότι η συμπάθεια προς τον πάσχοντα έχει αξία όταν βασίζεται στην ενστικτώδη ευσπλαχνία και αλτρουισμό, δηλ. στον καλό άνθρωπο, τον καλό Σαμαρείτη..
Αλλά στο σημείο αυτό ο Schopenhauer διαπράττει ένα μεγάλο λάθος. Γιατί, η κοινωνία, ο κόσμος δεν αποτελείται μόνον από «καλούς ανθρώπους» και ο ανθρώπινος μεσεγκέφαλος “the limbic system” δεν είναι μόνον έδρα της ευσπλαχνίας αλλά επίσης της εγωπάθειας, του φθόνου και της ματαιοδοξίας. ‘The moral animal” είναι επίσης «The cruel animal”. Πρώτος ο Nietzsche διείδε ότι πράξεις και εκδηλώσεις προσφοράς και αυτοθυσίας μπορεί να μη βασίζονται σε ευγενή κίνητρα και να οφείλονται σε ταπεινά ή και ποταπά αισθήματα κι όχι σε μια έμφυτη ψυχική γενναιοδωρία και ευσπλαχνία - το φαινόμενο που αργότερα ο Freud ονόμασε «εξιδανίκευση».
Σήμερα, καθώς ο κόσμος βυθίζεται όλο και πιο βαθειά στο χάος, τη βία, και τη διαφθορά, και οι Δυτικές κοινωνίες έχουν εξελιχθεί σ’ αυτό που ο γερμανός κοινωνιολόγος Ulrich Beck έχει αποκαλέσει “Τhe risk society” έχομε πιο πολύ παρά ποτέ την ανάγκη του καλού πολίτη που, αντιμέτωπος με την άβυσσο της ψυχής του , βρίσκεται σε μια διαρκή αυτοεξέταση και εγρήγορση για την υπέρβαση και διάπλαση του χαρακτήρα του και μαζί μ’αυτή του χαρακτήρα της κοινωνίας μέσα στην οποία ζει. Αλλωστε, του είναι- και της είναι, της κοινωνίας- μετά τη χρεοκοπία των ιδεολογιών- η μόνη άμυνα, το τελευταίο χαράκωμα που διαθέτει για να περισώσει τον όσο πολιτισμό της απομένει «έστω κι αν ξέρει και πολλοί το ξέρουν»- κατά πως λέει ο Καβάφης - πως «ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος κι οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε».
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Αντώνης Ανηψητάκης:
Ξανά για τον ξεχωριστό Κωστή Χλουβεράκη, τον άθεο γιατρό και στοχαστή με τη βαθιά εσωτερική θρησκεία, θα την ονόμαζα ανθρωπισμό.
Στις 11-2-2006 τον τίμησε η Ελληνική Ενδοκρινολογική Εταιρεία. Η ομιλία του, ξεχωριστή σαν τον ίδιο.
Επέλεξε με τη οντολογική του συνέπεια να γίνει στάχτη που σκορπίστηκε το πρωινό της 2ας του Σεπτέμβρη στον κόλπο της αγαπημένης του Σητείας. Στάχτη, μα και μνήμη άσβεστη για όσους τον γνώρισαν, γεμάτη σπίθες ζωής και σκέψεις φωτεινές.
Όσοι ξεκινήσουν να διαβάζουν την ομιλία του πιστεύω πως θα συμφωνήσουν, ό,τι κι αν πιστεύουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου