Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017

Anna Takaki: Αποκρές σήμερο και χθες…

Αποκρές σήμερο και χθες…
…. Ξημέρωσαν το λοιπός οι Μεγάλες Αποκρές, η τελευταία Κεργιακή τση Τυρινής. Όλες οι φαμίλιες αποκρυγιώνανε στα σπίτια με τα πλουσιοπάροχα τυροκομικά ντως, τα κατουμέργια και τσι νεράτες μυζητρόφτες, με τα σκυφομακάρουνα και το γαλοτύρι, με την ξυνομυζήθρα και τον αθότυρο, τη στάκα και το φρέσικο ψωμί. Το απογεματάκι μικοί και μεγάλοι ντυνότανε άλλοι με στολές παραδοσιακές των παππουδογιαγιάω ντως, και άλλοι με ό,τι τωσε λάχαινε. Τα κοπέλια τα ντύνανε κι αυτά, βλάχισσες, ή κρητικοπούλες και κρητικούς και τωσε ζωγραφίζανε μουστάκια και γένια με το κάρβουνο. Ο Χαρίδημος με τον Κανελοκωστή ντυθήκανε όπως είχανε μελετημένα, βάλανε και τσι μασκάρες ντως κι εβγήκανε στη βόλητα. Απ’ όπου περνούσανε ξετρουμίζανε τον κόσμο, κι όλο το χωριό είχε να λέει για ένα τραγαρά κι ένα κατσουνοράδη που κρατούσανε και δυο βεργούρες και φοβερίζανε. Τα μικιά κοπέλια εκλαίγανε, μος τσοι θωρούσανε, οι νέοι εγελούσανε και οι μεγάλοι ανερωτούντανε: «Ωρέ, είντα θέλουνε να μασε παραστήσουνε δα και τούτοινιέ! Τη παντέρμη κουζουλάδα και δε πιάνει τα βουνά μόνο τσ’ αθρώπους!»
Αφού μπήκανε σε κάμποσα σπίτια και οι νοικοκεράδες τσοι κερνούσανε τσικουδιές, και τως ευχόντανε «καλή Σαρακοστή», πήρανε το δρόμο σχεδόν κουνουπισμένοι να πάνε στο σπίτι τση Θεοδούλας. Ο Κωστής εγάτεχε πως οι γονέοι τζη ελείπανε στο μετόχι που ’χανε τα οζά, και η Θεοδούλα ως σηνήθως ήτονε στο σπίτι αμοναχή. Ό, τι κι ήρχισε να μοχριάζει και οι κοπελιές με τσι μανάδες τως επηγαίνανε στο καφενείο που ήρχιζε τ’ αποκριάτικο γλέντι. Εκείνια την ώρα ο Κανελοκωστής με τον Χαρίδημο χτυπούνε την καμαρώπορτα τση Θεοδούλας. Η κοπελιά που είχε βαρμένη τη νυχτικιά τζη, πάει ν’ανοίξει το πανωπόρτι, μα με το που θωρεί τούτουσάς τσοι μασκαράδες, βγάνει ένα Ααα! παίζει μια βρονταρά και το ξανακλεί. Οι δυο άντρες θωρούνε το φόβο τζη μέσα από τσι μασκάρες, αλλά δεν εβγάλανε λέξη μη μπα ξεφανερωθούνε. Χτυπά το πανωπόρτι ο Κωστής με τη μπαστόνα ντου, ξαναχτυπά, μα…πράμα.
-Την αθεόφοβη είντα φοβάται; Δε γατέει κοντό πως είμαστε αθρώποι; Δε γατέει τα εθίματα; Κι εγώ’λεγα, ωρέ Χαριδημάκι, πως ήθελα να μασε χωρατεύγει, και να μασε ανερωτά ποιοι μαστανε. Ε, την παζαβή!
 -Δε σου’τρεξε κακομοίρη μου! Μπάταρε δε σου πήε καλά τούτονά το τερτίπι απού ’βγαλες.
-Κι εγώ ελόγιαζα δα πως ήθελα να σάζεται και να φουνταλάσει για το χορό. Είντα ανάθεμα θέλει να θέσει από δα, κοπελιά πράμα; Γιάντα φορεί τη νυχτικιά; Ανερωτάται ο Κανελοκωστής.
-Μπορεί να πονεί η κεφαλή τζη, μπορεί να πονεί ο λαιμός τση, μπορεί… να πονεί ο κάλος τση κοπελιάς. Μη κολλάς εδά ατέ στα σύμπορτα κι άιντε να πάμε θέλει στο χορό να κάνομε και μιαολιά χάζι με τσ’ άλλους μασκαράδες… να πετάξομε και κιαμιά ταινία, χαρτοπόλεμο…άιντε και ξα τση!
Οι δυο φίλοι, παίρνουνε κάτω το τσαρσί κι ώσαμε να ποκολώσουνε θωρούνε από την άλλη στράτα ένα μασκαρεμένο που φόργειε μια μακρά γαμπαδόλα κι από πάνω ένα πλεχτό σάλι, είχε και ένα τσεμπέρι στην κεφαλή, σα να τονε γυναίκα, αλλά το ζάλο ντου ήτονε, πούρι, αντρίστικο.
-Ε, συναδέρφι!... του φωνιάζουνε, άιντε να κάμομε θέλει παρέα. Μα ο μασκαρεμένος δεν εμίλησε μόνο ήδωσε ένα τζιρίτι κι ήφηγε.
-Πού πάει ωρέ τούτοσάς και γλακά ετσά, ίδια πως τονε ζυγώνουνε; για να δούμενε..
Τονε παίρνουνε από πίσω χωστά και θωρούνε να προσαύτει στο σπίτι τση Θεοδούλας και να χτυπά το χαρκοκέρκελο τση πόρτας τζη. Η κοπελιά ανοίγει ντελόγω και τονε κονεύγει μέσα. Ο Χαρίδημος με τον Κωστή επομείνανε σα τσι μαρμαροκωλόνες στη κάτω μπάντα.
-Είδες ό,τι είδα; Λέει ο Κωστής του Χαρήδημου. Λάκκον έχει η φάβα!
-Ωρέ η φάβα έχει λάκκο, και μεγάλο, ζάβαλε! Ετουλόγου μας είντα γυρεύγομε επαδά; Άιντε, κακομοίρη να πάμενε θέλει στο καφενείο. Τοιάνα ώρα που θωρείς θα να ’χει ανάψει το γλέντι με τα λυροντάουλα! Άιντε γιατί θα μπει η γυναίκα με την κόρη μου στην έγνοια, τοιάνα ώρα που δεν εφάνηκα ακόμη.
-Πήαινε ετουλόγου σου Χαρίδημε, πήαινε!... Εγώ επογλέντησα, λέει με παράπονο ο Κανελοκωστής και πετά χάμαι τη μασκάρα…
"κρητικές παλιές ιστορίες"¨

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου